εκπληρώνω

Μεταφράσεις

εκπληρώνω

fulfill, fulfilيُنْجِزُsplnitopfyldeverwirklichencumplirtäyttääsatisfaireispunitiadempiere果たす성취하다vervullenoppfyllespełnićcumprirвыполнятьuppfyllaทำให้บรรลุผลgerçekleştirmekhoàn thành完成 (ekpli'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τελειώνω σωστά κτ εκπληρώνω την αποστολή μου
2. τηρώ εκπληρώνω μια υπόσχεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close