εκπνέω

Μεταφράσεις

εκπνέω

ausatmenbreathe out, exhale, expireexpirerيَزْفِرvydechnoutånde udespirarhengittää ulosizdahnutiespirare息を吐き出す내쉬다uitademenpuste utzrobić wydechexpirarвыдыхатьandas utหายใจออกnefes vermekthở ra呼出, 过期изтича過期 (ek'pneo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγάζω αέρα από τους πνεύμονες
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close