εκρηκτικός

(προωθήθηκε από εκρηκτική)
Μεταφράσεις

εκρηκτικός

(ekrikti'kos)

εκρηκτική

(ekrikti'ci) θηλυκό

εκρηκτικό

explosif爆炸爆炸爆発 (ekrikti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που μπορεί να εκραγεί εκρηκτικός μηχανισμός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close