εκτρέπω

Μεταφράσεις

εκτρέπω

fordirektidétourner, changerdeflect, switchيَتَـحَوَّلُpřejítskiftewechselncambiarvaihtaanaglo promijeniticambiare変える바꾸다overstappenskifteprzełączyćtrocarпереключатьbytaเปลี่ยนgeçmekchuyển转变 (ek'trepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αλλάζω πορεία σε κπ ή κτ εκτρέπω ένα όχημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close