ελάττωση

Μεταφράσεις

ελάττωση

abatement, reductionتَقْلِيلsníženíreduktionReduzierungreducciónvähentäminenréductionpopustriduzione減少축소reductiereduksjonredukcjareduçãoсокращениеminskningการทำให้ลดลงindirimsự giảm减少намаляване (e'latosi)
ουσιαστικό θηλυκό
μείωση η ελάττωση της παραγωγής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close