ελεώ

(προωθήθηκε από ελέησα)
Μεταφράσεις

ελεώ

(ele'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
θρησκευτικός όρος συγχωρώ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close