ελαστικός

(προωθήθηκε από ελαστική)
Μεταφράσεις

ελαστικός

(elasti'kos) αρσενικό

ελαστική

(elasti'ci) θηλυκό

ελαστικό

élastiquelax, malleable, stretchyمَطَّاطpružnýelastiskdehnbarelástico, flexiblevenyvärastezljivelastico伸びる신축성 있는elastischelastiskrozciągliwyesticável, flexívelтянущийсяelastiskซึ่งยืดหยุ่นได้esnekco giãn有弹性的, 灵活靈活גמיש (elasti'ko) αρσενικό
επίθετο
1. που έχει ελαστικότητα ελαστικό ύφασμα
2. ευλύγιστος ελαστικό σώμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close