ελαστικότητα

Μεταφράσεις

ελαστικότητα

elasticity, resilienceelastyczność (elasti'kotita)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ευκολία παραμόρφωσης σώματος ύλη που κρατάει την ελαστικότητά της
2. η ευκολία στο σώμα η ελαστικότητα των μυών η ελαστικότητα του σώματος
3. μεταφορικά ευελιξία ελαστικότητα στο ωράριο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close