ελαττωματικός

(προωθήθηκε από ελαττωματική)
Μεταφράσεις

ελαττωματικός

(elatomati'kos) αρσενικό

ελαττωματική

(elatomati'ci) θηλυκό

ελαττωματικό

defective, faultydefectuosoDefektdéfectueuxdefeituosoعيبдефектенVadnýdefektviallinen결함 (elatomati'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δε λειτουργεί σωστά Η τηλεόραση είναι ελαττωμματική.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close