ελεημοσύνη

Μεταφράσεις

ελεημοσύνη

(eleimo'sini)
ουσιαστικό θηλυκό
υλική βοήθεια σε πολύ φτωχό ζητάω κάνω δίνω ελεημοσύνη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close