ελκύω

Μεταφράσεις

ελκύω

attirer, hisser, tirerattract (el'cio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τραβάω, γοητεύω Ελκύει τις γυναίκες με το χιούμορ του.
2. τραβάω κοντά μου Το μέλι ελκύει τις μέλισσες.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close