ελλιπής

(προωθήθηκε από ελλιπές)
Μεταφράσεις

ελλιπής

(eli'pis) αρσενικό-θηλυκό

ελλιπές

deficient, insufficientغَيْرُ كَافٍnedostačujícíutilstrækkeligungenügendinsuficiente, incompletariittämätöninsuffisantnedovoljaninsufficiente不十分な불충분한onvoldoendeutilstrekkeligniedostatecznyinsuficienteнедостаточныйotillräckligไม่เพียงพอyetersizkhông đủ不足的 (eli'pes) ουδέτερο
επίθετο
που παρουσιάζει ελλείψεις ελλιπή στοιχεία ελλιπής πληροφόρηση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close