εμβόλιο

Μεταφράσεις

εμβόλιο

vaccine, vaccinationvaccinvacinavacunaImpfstoffvaccinovaccinلقاحваксина疫苗疫苗vaccineワクチン백신vaccinวัคซีน (em'volio)
ουσιαστικό ουδέτερο
ένεση για τόνωση της ανοσίας το εμβόλιο κατά της γρίπης
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close