εμπρησμός

Μεταφράσεις

εμπρησμός

arsonجَرِيـمَةُ الـحَرْق عَمْداًžhářstvíbrandstiftelseBrandstiftungincendio provocado, incendiotuhopolttoincendie volontairepaležincendio doloso放火방화죄brandstichtingbrannstiftelsepodpaleniefogo posto, incêndio propositalподжогmordbrandการลอบวางเพลิงkundaklamatội cố ý gây hỏa hoạn纵火палежהצתה (embri'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
το να προκαλεί κπ επίτηδες πυρκαγιά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close