εμψυχώνω

Μεταφράσεις

εμψυχώνω

animate (empsi'xono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω κουράγιο σε κπ εμψυχώνω έναν αθλητή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close