ενήμερος

(προωθήθηκε από ενήμερο)
Μεταφράσεις

ενήμερος

(e'nimeros) αρσενικό

ενήμερη

(e'nimeri) θηλυκό

ενήμερο

informé, à jourabreast, up-to-dateحَدِيثnejnovějšímoderneaktuellactualizado, conscienteajanmukainennajmodernijiaggiornato最新の최신의up-to-datemoderneaktualnyatualizadoсовременныйaktuellทันสมัยgüncelhiện đại最近的 (e'nimero) ουδέτερο
επίθετο
έχω κτ υπόψη μου
πληροφορώ κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close