ενίσχυση

Μεταφράσεις

ενίσχυση

amplification, reinforcementamplificationayudaaiutoпомощьajudapomocпомощ援助援助Podporastøttetuki援助원조stöd (e'nisçisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η πρόσθεση δύναμης, σταθερότητας ενίσχυση των θεμελίων
2. η παροχή βοήθειας αστυνομικές ενισχύσεις οικονομική ενίσχυση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close