ενδεδειγμένος

Μεταφράσεις

ενδεδειγμένος

مُسْتَحْسَن

ενδεδειγμένος

vhodný

ενδεδειγμένος

tilrådelig

ενδεδειγμένος

ratsam

ενδεδειγμένος

advisable

ενδεδειγμένος

aconsejable

ενδεδειγμένος

suositeltava

ενδεδειγμένος

recommandable

ενδεδειγμένος

preporučljiv

ενδεδειγμένος

consigliabile

ενδεδειγμένος

賢明な

ενδεδειγμένος

권할 만한

ενδεδειγμένος

raadzaam

ενδεδειγμένος

tilrådelig

ενδεδειγμένος

wskazany

ενδεδειγμένος

aconselhável

ενδεδειγμένος

рекомендуемый

ενδεδειγμένος

tillrådlig

ενδεδειγμένος

ควรแก่การแนะนำ

ενδεδειγμένος

akıllıca

ενδεδειγμένος

nên làm

ενδεδειγμένος

可取的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close