ενεργητικότητα

Μεταφράσεις

ενεργητικότητα

energyenergíaEnergieenergiaenergieenergiaالطاقةенергия能源能源energieenergienergiaאנרגיהエネルギー에너지energiพลังงาน (enerʝiti'kotita)
ουσιαστικό θηλυκό
η διάθεση για δράση, ο δυναμισμός κινούμαι με ενεργητικότητα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close