ενεργός

(προωθήθηκε από ενεργό)
Μεταφράσεις

ενεργός

(ener'ɣos) αρσενικό

ενεργή

(ener'ʝi) θηλυκό

ενεργό

activeactifactivoنشطAktywneАктивниAktivníAktiivinenפעילアクティブAktiva (ener'ɣo) ουδέτερο
επίθετο
1. δραστήριος ενεργό μέλος
2. που λειτουργεί ενεργό ηφαίστειο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close