ενηλικίωση

Μεταφράσεις

ενηλικίωση

majoritéבגרות (enili'ciosi)
ουσιαστικό θηλυκό
όταν γίνεται κν δεκαοκτώ χρονών μετά την ενηλικίωσή του
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close