ενοποιώ

Μεταφράσεις

ενοποιώ

unify, unite (enopi'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ενώνω ενοποιώ ένα κόμμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close