ενοχή

Μεταφράσεις

ενοχή

guiltشُعور الذَنْبvinaskyldSchuldculpa, culpabilidadsyyllisyysculpabilitékrivnjacolpa有罪유죄schuldgevoelskyldwinaculpaвинаskuldความผิดsuçluluktội犯罪винаאשמה (eno'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. τύψη αισθάνομαι ενοχές
2. ευθύνη για επιλήψιμη πράξη αποδεικνύω την ενοχή κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close