ενσάρκωση

Μεταφράσεις

ενσάρκωση

embodiment‎, incarnation, personificationEncarnaciónInkarnationincarnazioneincarnationвоплощениеincarnatieencarnação化身化身inkarnaceinkarnation化身화신inkarnation (en'sarkosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να αποκτάει κν σώμα η ενσάρκωση του Χριστού
2. μεταφορικά σύμβολο, προσωποποίηση η ενσάρκωση της καλοσύνης
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close