ενσαρκώνω

Μεταφράσεις

ενσαρκώνω

embody (ensar'kono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω ζωή, κάνω αισθητό ενσαρκώνω ένα ρόλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close