εντολή

Μεταφράσεις

εντολή

орденBefehl, Kommandocommand, order, commandment, injunction, mandateordre, commandementприказ, командаordning, orderأَمْرpříkazbefalingorden, comandokäskyzapovijedcomando命令명령commandokommandorozkazcomando, ordemคำสั่งemirmệnh lệnh指令, 命令命令הפקודה (endo'li)
ουσιαστικό θηλυκό
1. διαταγή δίνω εντολές
οι εντολές στον Μωυσή
2. πληροφορική χειρισμός για να μπει κτ σε λειτουργία στον υπολογιστή χτυπάω σε μια εντολή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close