εξάσκηση

Μεταφράσεις

εξάσκηση

practice, workoutpratique, exerciceאמוןمـُمَارَسَةpraxepraksisÜbungprácticakäytäntöpraksaabitudine練習실행praktijkvanepraktykapráticaпрактикаpraktikการฝึกฝนpratikthực tiễn实践 (e'ksascisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. τακτική πρακτική εφαρμογή γνώσεων καθημερινή εξάσκηση η εξάσκηση στο χορό
2. πρακτική η εξάσκηση επαγγέλματος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close