εξακόσιοι

(προωθήθηκε από εξακόσιες)
Μεταφράσεις

εξακόσ (ι) οι

(eksa'kosii) αρσενικό

εξακόσ (ι) ες

(eksa'kosies) θηλυκό

εξακόσ (ι) α

(eksa'kosia) ουδέτερο
επίθετο πληθυντικός
δηλώνει ποσότητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close