εξαντλητικός

(προωθήθηκε από εξαντλητική)
Μεταφράσεις

εξαντλητικός

(eksandliti'kos) αρσενικό

εξαντλητική

(eksandliti'ci) θηλυκό

εξαντλητικό

erschöpfendexhausting, exhaustiveesaustivouitputtendevyčerpávajícíexhaustiveuttömmandeисчерпывающийحصريةизчерпателенudtømmendeexhaustiva (eksandliti'ko) ουδέτερο
επίθετο
πολύ κουραστικός εξαντλητική δουλειά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close