εξεταστικός

(προωθήθηκε από εξεταστικό)
Μεταφράσεις

εξεταστικός

(eksetasti'kos)

εξεταστική

(eksetasti'ci)

εξεταστικό

examexamenPrüfungesameexamenonderzoekexameفحصпреглед考试考試시험undersökning (eksetasti'ko)
επίθετο
1. ανακριτικός εξεταστικό βλέμμα
2. σχετικός με εξετάσεις εξεταστική περίοδος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close