εξημερωμένος

(προωθήθηκε από εξημερωμένο)
Μεταφράσεις

εξημερωμένος

(eksimero'menos) αρσενικό

εξημερωμένη

(eksimero'meni) θηλυκό

εξημερωμένο

مُرَوَّضochočenýtamzahmtamemansokesyapprivoisépitomdomestico飼いならされた길들여진tamtamoswojonyobedienteприрученныйtamเชื่องevcilthuần驯服的 (eksimero'menο) ουδέτερο
επίθετο
(για ζώο) που υπακούει στον άνθρωπο εξημερωμένο άλογο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close