εξουσιοδότηση

Μεταφράσεις

εξουσιοδότηση

authorization, commissionautorisationautorizaciónautorizzazioneАвторизацияvergunningautorizaçãoإذن授权授權tilladelsetillstånd (eksusio'ðotisi)
ουσιαστικό θηλυκό
μεταφορά εξουσίας ή δικαιώματος σε κπ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close