εξυπηρέτηση

Μεταφράσεις

εξυπηρέτηση

service (eksipi'retisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η υπηρεσία σε κπ εξυπηρέτηση πελατών
2. χάρη Μου έκανε μια μικρή εξυπηρέτηση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close