επάργυρος

(προωθήθηκε από επάργυρη)
Μεταφράσεις

επάργυρος

(e'parʝiros)

επάργυρη

(e'parʝiri)

επάργυρο

(e'parʝiro)
επίθετο
καλυμμένος με ασήμι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close