επίλογος

Μεταφράσεις

επίλογος

afterwordepílogoEpilogepilogoэпилогepiloogepílogoخاتمةepilogEpilogאפילוגエピローグEpilog (e'piloɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. τελική αναφορά στα κύρια σημεία ο επίλογος μιας έκθεσης
2. το τέλος ο επίλογος μιας ιστορίας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close