επίπλωση

Μεταφράσεις

επίπλωση

furnishingmueblesMöbelmobilimeublesмебельmobiliárioالأثاثmebleмебели家具nábytekmøblerרהיטים家具가구möblerเฟอร์นิเจอร์ (e'piplosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ο εξοπλισμός χώρου με έπιπλα H επίπλωση του σπιτιού έγινε πρόχειρα.
2. όλα τα έπιπλα ένος χώρου ακριβή επίπλωση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close