επαρχιακός

(προωθήθηκε από επαρχιακή)
Μεταφράσεις

επαρχιακός

(eparçia'kos) αρσενικό

επαρχιακή

(eparçia'ci) θηλυκό

επαρχιακό

provincialprovincialprovincialeProvincialالمقاطعةמחוזיจังหวัด (eparçia'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την επαρχία επαρχιακή πόλη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close