επείγων

Μεταφράσεις

επείγων

(e'piɣon) αρσενικό

επείγουσα

(e'piɣusa) θηλυκό

επείγον

urgent, presséurgentعَاجِلnaléhavýpresserendedringendurgentekiireellinenhitanurgente緊急の긴급한urgentpresserendepilnyurgente, emergênciaсрочныйbrådskandeที่จำเป็นเร่งด่วนivedikhẩn cấp紧急的, 紧急緊急חירום (e'piɣon) ουδέτερο
επίθετο
που δεν μπορεί να καθυστερήσει Είναι επείγον! επείγον γράμμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close