επενδύω

Μεταφράσεις

επενδύω

invest, lineinvestir, placerинвестироватьيَسْتَثْمِرُinvestovatinvestereinvestiereninvertirsijoittaaulagatiinvestire投資する투자하다investereninvesterezainwestowaćinvestirinvesteraลงทุนyatırım yapmakđầu tư投资 (epen'ðio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. οικονομικά τοποθετώ κεφάλαιο έτσι ώστε να έχω κέρδος επενδύω σε μετοχές
2. μεταφορικά προσπαθώ για κτ ώστε να κρατήσει στο μέλλον επενδύω σε μία σχέση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close