επιβλέπω

Μεταφράσεις

επιβλέπω

oversee, supervise (epi'vlepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εξετάζω άν κτ γίνεται σωστά επιβλέπω το προσωπικό επιβλέπω οικοδομή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close