επιδεξιότητα

Μεταφράσεις

επιδεξιότητα

adresse, compétencedexterity, skillمَهَارَةzručnostevneFähigkeithabilidadtaitovještinaabilità熟練수완bekwaamheidferdighetumiejętnośćhabilidade, competênciaумениеskicklighetความเชี่ยวชาญbecerikỹ năng技能技能מיומנות (epiðeksi'otita)
ουσιαστικό θηλυκό
ικανότητα, ευκολία Χειρίστηκε το πρόβλημα με επιδεξιότητα.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close