επιδοτώ

Μεταφράσεις

επιδοτώ

يُقَدِّمُ العَوْنَ الـمَالِيَّ لِdotovatstøttesubventionierensubsidizesubsidiar, subvencionartukea maksuinsubventionnersubvencioniratisovvenzionare助成金を支給する보조금을 지불하다subsidiërensubsidieredotowaćsubsidiarсубсидироватьsubventioneraให้ความช่วยเหลือในด้านการเงินmali destek sağlamakbao cấp补贴 (epiðo'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
(για οργανισμό) υποστηρίζω οικονομικά επιδοτώ τους πολύτεκνους
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close