επιδόρπιο

Μεταφράσεις

επιδόρπιο

dessert, aftersحَلْوى, حَلْوَى يُخْتَتَمُ بِهَا الطَّعَامُdezertdessertNachspeisepostrejälkiruokadessertdesert, repetedessert, dolceデザート디저트toetjedessertdesersobremesaдесертefterrättขนม, ของหวานtatlımón tráng miệng甜点, 正餐后的甜食десерт甜點קינוח (epi'ðorpio)
ουσιαστικό ουδέτερο
το γλυκό ή το φρούτο μετά το φαγητό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close