επικερδής

(προωθήθηκε από επικερδές)
Μεταφράσεις

επικερδής

(epicer'ðis) αρσενικό-θηλυκό

επικερδές

lucrative, profitableمَرْبَح, مُرْبِحُvýnosnýindbringendegewinnbringend, lukrativrentable, lucrativotuottoisalucratif, rentableprofitabilan, unosanredditizio, vantaggioso儲かる, 収益の多い수지 맞는, 이로운lucratief, winstgevendlønnsom, lukrativdochodowy, lukratywnylucrativo, rentávelприбыльныйlönsamที่ได้ผลกำไร, มีกำไรงามkazançlıcó lợi nhuận, sinh lợi有利可图的, 有利的печалбаרווחי (epicer'ðes) ουδέτερο
επίθετο
που αποφέρει κέρδος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close