επικοινωνία

Μεταφράσεις

επικοινωνία

communication, contactcommunicationcomunicaçãoاِتِصَالkomunikacekommunikationKommunikationcomunicaciónviestintäkomunikacijacomunicazioneコミュニケーション의사소통communicatiekommunikasjonkomunikacjaобщениеkommunikationการติดต่อสื่อสารiletişimsự truyền đạt沟通 (epicino'nia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η ικανότητα επαφής με κπ κώδικα γραπτή προφορική επικοινωνία
2. συνεννόηση πρόβλημα επικοινωνίας Δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ μας.
3. πρόσβαση στους άλλους με τεχνητό τρόπο μέσα επικοινωνίας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close