επιληψία

Μεταφράσεις

επιληψία

epilepsyépilepsieepilepsieepilepsiaEpilepsieepilessiaэпилепсияepilepsieepilepsiaالصرعpadaczkaЕпилепсия癫痫癲癇EpilepsieEpilepsiאפילפסיהてんかん간질Epilepsi (epili'psia) θηλυκό
ιατρική αρρώστια με κρίσεις σπασμών κρίση επιληψίας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close