επιμέλεια

Μεταφράσεις

επιμέλεια

assiduity, diligence (epi'melia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. προσοχή και φροντίδα σ' αυτό που κάνω δουλεύω με επιμέλεια
2. έλεγχος και διόρθωση πριν την έκδοση εντύπου επιμέλεια κειμένου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close