επινοητικός

Μεταφράσεις

επινοητικός

(epinoiti'kos)

επινοητική

(epinoiti'ci)

επινοητικό

ingenious, inventive, resourcefulingénieux, inventif (epinoiti'ko)
επίθετο
που έχει νέες ιδέες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close