επιρρεπής

Μεταφράσεις

επιρρεπής

(epire'pis) αρσενικό-θηλυκό

επιρρεπές

inklinaaptpropensopropensopodatneמועדים경향이benägen (epire'pes) ουδέτερο
επίθετο
που έχει τάση για κτ είμαι επιρρεπής στο ποτό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close