επιτακτικός

(προωθήθηκε από επιτακτικό)
Μεταφράσεις

επιτακτικός

(epitakti'kos) αρσενικό

επιτακτική

(epitakti'ci) θηλυκό

επιτακτικό

imperative, imperious, intensive, mandatoryimpératifdwingendeقاهرة引人注目引人注目přesvědčivétvingendepakottavistatvingande (epitakti'ko) ουδέτερο
επίθετο
αυστηρός και απόλυτος επιτακτικό ύφος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close